Η ραγδαία εξάπλωση της τεχνολογίας 5G έχει φέρει στο προσκήνιο έντονες συζητήσεις σχετικά με την ασφάλεια των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων (EMF). Ενώ οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών εστιάζουν στην ταχύτητα και τη συνδεσιμότητα, χιλιάδες επιστημονικές έρευνες εξετάζουν τις πιθανές επιδράσεις του 5G στην υγεία, με κάποιους ειδικούς να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για σοβαρές βιολογικές αλλοιώσεις.
Τι λένε οι έρευνες για τις βλάβες στο DNA από τα δίκτυα 5G;
Σύμφωνα με αναφορές που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, και τις οποίες έχει υποστηρίξει δημόσια ο Ρόμπερτ Φ. Κένεντι, υπάρχουν ενδείξεις ότι η συνεχής έκθεση σε υψηλές συχνότητες μπορεί να προκαλέσει γονιδιοτοξικότητα. Η διαταραχή της κυτταρικής μεμβράνης και οι αλλαγές στη γονιδιακή έκφραση αποτελούν κεντρικά σημεία μελέτης, καθώς η αλλοίωση του γενετικού υλικού συνδέεται άμεσα με μακροπρόθεσμα προβλήματα υγείας.
Οι υποστηρικτές αυτών των θεωριών ισχυρίζονται ότι η βιομηχανία τηλεπικοινωνιών, αξίας τρισεκατομμυρίων, δίνει προτεραιότητα στα κέρδη έναντι της δημόσιας ασφάλειας, παραμερίζοντας τις βιοχημικές αλλαγές που παρατηρούνται σε κυτταρικό επίπεδο.
Οξειδωτικό στρες και νευρολογικές επιδράσεις του 5G στον εγκέφαλο
Μία από τις πιο συχνά αναφερόμενες παρενέργειες της ακτινοβολίας είναι το οξειδωτικό στρες. Η κατάσταση αυτή προκαλείται από την υπερβολική παραγωγή ελεύθερων ριζών, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε πρόωρη γήρανση των κυττάρων και μειωμένη βιωσιμότητα του οργανισμού. Επιπλέον, εξετάζονται οι επιδράσεις του 5G στην υγεία του νευρικού συστήματος, με αναφορές για:
-
Διαταραχές στη μνήμη και τη μάθηση.
-
Αλλαγές στα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών.
-
Ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις στη λειτουργία των νευρώνων.
Ποιες άλλες βιολογικές λειτουργίες επηρεάζονται από τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία;
Η λίστα των πιθανών επιπτώσεων που εξετάζουν οι επιστήμονες είναι μακροσκελής και καλύπτει σχεδόν κάθε σύστημα του ανθρώπινου σώματος. Πέρα από τον κίνδυνο για ανάπτυξη όγκων και καρδιαγγειακές διαταραχές, στο μικροσκόπιο βρίσκονται οι ενδοκρινικές αλλαγές και οι επιπτώσεις στη γονιμότητα.
Ειδικότερα, η διαταραχή της ανοσολογικής λειτουργίας και η απόπτωση (ο προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος) θεωρούνται κρίσιμοι παράγοντες που πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω. Παράλληλα, μελέτες αναφέρουν ηπατικές, οφθαλμικές, ακόμη και αιματολογικές αλλοιώσεις ως αποτέλεσμα της χρόνιας έκθεσης σε EMF.
Συμπέρασμα: Τι πρέπει να προσέχουμε;
Παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις των ρυθμιστικών αρχών, η επιστημονική κοινότητα παραμένει διχασμένη. Η κατανόηση των επιδράσεων του 5G στην υγεία απαιτεί μακροχρόνιες μελέτες που θα λάβουν υπόψη τις συνεργιστικές και συνδυαστικές επιδράσεις της τεχνολογίας αυτής στην καθημερινότητά μας. Μέχρι τότε, η ενημέρωση και η προληπτική προστασία παραμένουν τα καλύτερα εργαλεία των πολιτών.
Χορηγούμενο